ευαγγελίζομαι
•
- λόγιοαναγγέλλω κάτι θετικό ή ευχάριστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευαγγελίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐαγγελίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευαγγελίζομαι | ευαγγελίζεσαι | ευαγγελίζεται | ευαγγελιζόμαστε | ευαγγελίζεστε | ευαγγελίζονται |
| Παρατατικός | ευαγγελιζόμουν / ευαγγελιζόμουνα | ευαγγελιζόσουν / ευαγγελιζόσουνα | ευαγγελιζόταν / ευαγγελιζότανε | ευαγγελιζόμασταν / ευαγγελιζόμαστε | ευαγγελιζόσασταν / ευαγγελιζόσαστε | ευαγγελίζονταν / ευαγγελιζόντουσαν |
| Αόριστος | ευαγγελίσθηκα | ευαγγελίσθηκες | ευαγγελίσθηκε | ευαγγελισθήκαμε | ευαγγελισθήκατε | ευαγγελίσθηκαν / ευαγγελισθήκαν / ευαγγελισθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ευαγγελίζομαι / θα ευαγγελισθώ | θα ευαγγελίζεσαι / θα ευαγγελισθείς | θα ευαγγελίζεται / θα ευαγγελισθεί | θα ευαγγελιζόμαστε / θα ευαγγελισθούμε | θα ευαγγελίζεστε / θα ευαγγελισθείτε | θα ευαγγελίζονται / θα ευαγγελισθούν / θα ευαγγελισθούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευαγγελισθεί | έχεις ευαγγελισθεί | έχει ευαγγελισθεί | έχουμε ευαγγελισθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευαγγελισθεί | είχες ευαγγελισθεί | είχε ευαγγελισθεί | είχαμε ευαγγελισθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευαγγελισθεί / να ευαγγελίζομαι / να ευαγγελισθώ | να έχεις ευαγγελισθεί / να ευαγγελίζεσαι / να ευαγγελισθείς | να έχει ευαγγελισθεί / να ευαγγελίζεται / να ευαγγελισθεί | να έχουμε ευαγγελισθεί / να ευαγγελιζόμαστε / να ευαγγελισθούμε | να ευαγγελίζεστε / να ευαγγελισθείτε | να ευαγγελίζονται / να ευαγγελισθούν / να ευαγγελισθούνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | ευαγγελίζεστε / ευαγγελισθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →