ευαισθητοποιώ
•
- παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία για ένα κοινωνικό θέμα ή δημιουργώ τις συνθήκες που θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον και την ευαισθησία άλλων πολιτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευαισθητοποιώ < ευαίσθητος + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sensibiliser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευαισθητοποιώ | ευαισθητοποιείς | ευαισθητοποιεί | ευαισθητοποιούμε | ευαισθητοποιείτε | ευαισθητοποιούν / ευαισθητοποιούνε |
| Παρατατικός | ευαισθητοποιούσα | ευαισθητοποιούσες | ευαισθητοποιούσε | ευαισθητοποιούσαμε | ευαισθητοποιούσατε | ευαισθητοποιούσαν / ευαισθητοποιούσανε |
| Αόριστος | ευαισθητοποίησα | ευαισθητοποίησες | ευαισθητοποίησε | ευαισθητοποιήσαμε | ευαισθητοποιήσατε | ευαισθητοποίησαν / ευαισθητοποιήσαν / ευαισθητοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ευαισθητοποιήσω / θα ευαισθητοποιώ | θα ευαισθητοποιήσεις / θα ευαισθητοποιείς | θα ευαισθητοποιήσει / θα ευαισθητοποιεί | θα ευαισθητοποιήσουμε / θα ευαισθητοποιούμε | θα ευαισθητοποιήσετε / θα ευαισθητοποιείτε | θα ευαισθητοποιήσουν / θα ευαισθητοποιήσουνε / θα ευαισθητοποιούν / θα ευαισθητοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ευαισθητοποιήσει | έχεις ευαισθητοποιήσει | έχει ευαισθητοποιήσει | έχουμε ευαισθητοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευαισθητοποιήσει | είχες ευαισθητοποιήσει | είχε ευαισθητοποιήσει | είχαμε ευαισθητοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσω / να ευαισθητοποιώ | να έχεις ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσεις / να ευαισθητοποιείς | να έχει ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιεί | να έχουμε ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσουμε / να ευαισθητοποιούμε | να ευαισθητοποιήσετε / να ευαισθητοποιείτε | να ευαισθητοποιήσουν / να ευαισθητοποιήσουνε / να ευαισθητοποιούν / να ευαισθητοποιούνε |
| Προστακτική | — | ευαισθητοποίει / ευαισθητοποίησε | — | — | ευαισθητοποιήστε / ευαισθητοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ευαισθητοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →