Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευαισθητοποιώ

/e.ve.sθi.to.piˈo/ρήμα
•
  1. παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία για ένα κοινωνικό θέμα ή δημιουργώ τις συνθήκες που θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον και την ευαισθησία άλλων πολιτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευαισθητοποιώ < ευαίσθητος + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sensibiliser)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευαισθητοποιώευαισθητοποιείςευαισθητοποιείευαισθητοποιούμεευαισθητοποιείτεευαισθητοποιούν / ευαισθητοποιούνε
Παρατατικόςευαισθητοποιούσαευαισθητοποιούσεςευαισθητοποιούσεευαισθητοποιούσαμεευαισθητοποιούσατεευαισθητοποιούσαν / ευαισθητοποιούσανε
Αόριστοςευαισθητοποίησαευαισθητοποίησεςευαισθητοποίησεευαισθητοποιήσαμεευαισθητοποιήσατεευαισθητοποίησαν / ευαισθητοποιήσαν / ευαισθητοποιήσανε
Μέλλονταςθα ευαισθητοποιήσω / θα ευαισθητοποιώθα ευαισθητοποιήσεις / θα ευαισθητοποιείςθα ευαισθητοποιήσει / θα ευαισθητοποιείθα ευαισθητοποιήσουμε / θα ευαισθητοποιούμεθα ευαισθητοποιήσετε / θα ευαισθητοποιείτεθα ευαισθητοποιήσουν / θα ευαισθητοποιήσουνε / θα ευαισθητοποιούν / θα ευαισθητοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ευαισθητοποιήσειέχεις ευαισθητοποιήσειέχει ευαισθητοποιήσειέχουμε ευαισθητοποιήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ευαισθητοποιήσειείχες ευαισθητοποιήσειείχε ευαισθητοποιήσειείχαμε ευαισθητοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσω / να ευαισθητοποιώνα έχεις ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσεις / να ευαισθητοποιείςνα έχει ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιείνα έχουμε ευαισθητοποιήσει / να ευαισθητοποιήσουμε / να ευαισθητοποιούμενα ευαισθητοποιήσετε / να ευαισθητοποιείτενα ευαισθητοποιήσουν / να ευαισθητοποιήσουνε / να ευαισθητοποιούν / να ευαισθητοποιούνε
Προστακτική—ευαισθητοποίει / ευαισθητοποίησε——ευαισθητοποιήστε / ευαισθητοποιείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ευαισθητοποιούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →