ευαίσθητος
•
- που έχει πάρα πολύ αναπτυγμένες τις αισθήσεις του Βικιλεξικό
- δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)
Ετυμολογία
ευαίσθητος < αρχαία ελληνική εὐαίσθητος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική sensible)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαίσθητος | ευαίσθητη | ευαίσθητο |
| Γενική | ευαίσθητου | ευαίσθητης | ευαίσθητου |
| Αιτιατική | ευαίσθητο | ευαίσθητη | ευαίσθητο |
| Κλητική | ευαίσθητε | ευαίσθητη | ευαίσθητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαίσθητοι | ευαίσθητες | ευαίσθητα |
| Γενική | ευαίσθητων | ευαίσθητων | ευαίσθητων |
| Αιτιατική | ευαίσθητους | ευαίσθητες | ευαίσθητα |
| Κλητική | ευαίσθητοι | ευαίσθητες | ευαίσθητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →