ευζωνικός
•
- που έχει σχέση με τους ευζώνους (ή το ευζωνικό), ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοευζωνικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευζωνικός < εύζωνος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευζωνικός | ευζωνική | ευζωνικό |
| Γενική | ευζωνικού | ευζωνικής | ευζωνικού |
| Αιτιατική | ευζωνικό | ευζωνική | ευζωνικό |
| Κλητική | ευζωνικέ | ευζωνική | ευζωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευζωνικοί | ευζωνικές | ευζωνικά |
| Γενική | ευζωνικών | ευζωνικών | ευζωνικών |
| Αιτιατική | ευζωνικούς | ευζωνικές | ευζωνικά |
| Κλητική | ευζωνικοί | ευζωνικές | ευζωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →