Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευζωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους ευζώνους (ή το ευζωνικό), ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοευζωνικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευζωνικός < εύζωνος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευζωνικόςευζωνικήευζωνικό
Γενικήευζωνικούευζωνικήςευζωνικού
Αιτιατικήευζωνικόευζωνικήευζωνικό
Κλητικήευζωνικέευζωνικήευζωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευζωνικοίευζωνικέςευζωνικά
Γενικήευζωνικώνευζωνικώνευζωνικών
Αιτιατικήευζωνικούςευζωνικέςευζωνικά
Κλητικήευζωνικοίευζωνικέςευζωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →