Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύζωνος

/ˈev.zo.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςστρατιώτης του ελληνικού πεζικού, με παραδοσιακή στολή Βικιλεξικό
    • Μια ομοβροντία του είχε σκοτώσει έναν εύζωνο μια μέρα, και την επαύριο άλλη ομοβροντία, από μες από τα καλάμια, πλήγωσε θανάσιμα άλλον ένα (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΙΔ, 1937)
  2. μέλος της ελληνικής προεδρικής φρουράς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύζωνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔζωνος (ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης) < εὖ + ζώννυμι / ζωννύω (ο καλώς ζωσμένος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεύζωνοςεύζωνοι
Γενικήευζώνου / εύζωνουευζώνων
Αιτιατικήεύζωνοευζώνους
Κλητικήεύζωνεεύζωνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →