Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθανασία

/e.fθa.naˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοκαλός, ανώδυνος, εύκολος θάνατος (η ελληνιστική σημασία) Βικιλεξικό
  2. η εκούσια θανάτωση κάποιου (που υποφέρει συνήθως από μακροχρόνια ή και ανίατη ασθένεια) με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο, ώστε να πάψουν οι πόνοι ή η εναγώνια προσμονή του θανάτου Βικιλεξικό
  3. καταχρηστικά, η θανάτωση ζώων, όταν αυτή γίνεται με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο Βικιλεξικό
    • Ο συχνότερος λόγος που έκανε τους ιδιοκτήτες ή / και τους κτηνιάτρους να καταφεύγουν στην ευθανασία ήταν ο κίνδυνος μετάδοσης του παρασίτου (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2009)

Ετυμολογία

ευθανασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐθανασία (ευτυχισμένος, εύκολος θάνατος) < εὐθανατέω / εὐθανατῶ < εὐθάνατος < εὖ (ευ-) + αρχαία ελληνική θάνατος λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική euthanasia ή από τη γαλλική euthanasie < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευθανασίαευθανασίες
Γενικήευθανασίαςευθανασιών
Αιτιατικήευθανασίαευθανασίες
Κλητικήευθανασίαευθανασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →