Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθυγράμμιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθυγράμμιση < ευθυγραμμί(ζω) + -ση < ευθύγραμμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευθυγράμμισηευθυγραμμίσεις
Γενικήευθυγράμμισηςευθυγραμμίσεων
Αιτιατικήευθυγράμμισηευθυγραμμίσεις
Κλητικήευθυγράμμισηευθυγραμμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →