ευθυγράμμιση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ευθυγραμμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυγράμμιση < ευθυγραμμί(ζω) + -ση < ευθύγραμμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυγράμμιση | ευθυγραμμίσεις |
| Γενική | ευθυγράμμισης | ευθυγραμμίσεων |
| Αιτιατική | ευθυγράμμιση | ευθυγραμμίσεις |
| Κλητική | ευθυγράμμιση | ευθυγραμμίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →