Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραμμή

/ɣɾaˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωμετρίατο συνεχόμενο ίχνος διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, η διαδρομή που χαράσσει ένα κινούμενο σημείο στον χώρο. Η γραμμή έχει μόνο τη διάσταση του μήκους. Βικιλεξικό
    • ευθεία / καμπύλη / τεθλασμένη γραμμή
  2. κάθε σχηματική χάραξη στο εσωτερικό της παλάμης του χεριού, η οποία φέρεται να αντιπροσωπεύει τη πορεία της υγείας, της ζωής, της επιτυχίας κάθε ανθρώπου Βικιλεξικό
    • έχει μεγάλη γραμμή ζωής, θα ζήσει πολλά χρόνια
  3. η ευθυγραμμισμένη σειρά από όμοια πράγματα, πρόσωπα ή στοιχεία Βικιλεξικό
    • σε αυτή την περιοχή τα σπίτια είναι χτισμένα σε γραμμή
  4. η τακτοποιημένη σειρά στοιχείων έτσι ώστε το ένα οδηγεί στο άλλο Βικιλεξικό
  5. η αράδα ενός γραπτού κειμένου ή ο στίχος σε ένα ποιήμα Βικιλεξικό
    • η σελίδα Α4 συνήθως έχει 22 γραμμές
  6. η παράταξη των στρατιωτικών δυνάμεων Βικιλεξικό
    • με μια παράτολμη προσπάθεια διασπάστηκαν οι γραμμές των αντιπάλων
  7. η καθοδήγηση που δίνεται για μια πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί Βικιλεξικό
    • χαράχτηκε η γραμμή της κυβερνητικής πολιτικής
  8. μεταφορικάοι οδηγίες που δίνονται προς μια κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • είναι γραμμή της εταιρείας να ακολουθούμε μόνο έννομα μέσα
  9. το τακτικό και καθορισμένο δρομολόγιο ενός μέσου μεταφοράς Βικιλεξικό
    • υπάρχει γραμμή για το νησί τέσσερις φορές την ημέρα
  10. η νοητή πορεία που ακολουθούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς κατά την εκτέλεση των δρομολογίων τους Βικιλεξικό
    • η γραμμή για τις Σπέτσες περνάει συνήθως από τον Πόρο και την Ύδρα
  11. πληθυντικός: γραμμέςοι ράγες του τρένου Βικιλεξικό
    • αυτοκτόνησε πέφτοντας στις γραμμές του τρένου
  12. περιληπτικότο σύνολο των καλωδίων μέσα από τα οποία μεταβιβάζεται ένα σήμα (τηλεοπτικό, τηλεφωνικό κ.λπ.) Βικιλεξικό
  13. η τηλεφωνική σύνδεση Βικιλεξικό
    • την ώρα που μιλούσαμε έπεσε η γραμμή του τηλεφώνου
  14. το (πραγματικό ή νοητό) σύνορο ανάμεσα σε δύο εκτάσεις Βικιλεξικό
    • η γραμμή του ορίζοντα
  15. το περίγραμμα ενός αντικειμένου ή των μερών του Βικιλεξικό
    • προσπαθεί με τη δίαιτα να ξαναβρεί τη γραμμή της
  16. βάσεις δεδομένων(αγγλικά: row) η γραμμή ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Κάθε γραμμή πρέπει να είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες μέσα στον πίνακα και τα πεδία της (γνωρίσματα) να λαμβάνουν τιμές από το πεδίο ορισμού τους. Βικιλεξικό
    • Κάθε γραμμή του πίνακα καλείται πλειάδα(tuple) ή εγγραφή(record) του πίνακα (σχέσης) και συνήθως αντιστοιχεί σε μια οντότητα ή συσχέτιση του φυσικού κόσμου.

Ετυμολογία

γραμμή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γραμμή < γράφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραμμήγραμμές
Γενικήγραμμήςγραμμών
Αιτιατικήγραμμήγραμμές
Κλητικήγραμμήγραμμές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γραμμή

/ɣɾaˈmi/επίρρημα, θηλυκό
•
  1. κατευθείαν Βικιλεξικό
    • να πας γραμμή και να του μιλήσεις
  2. στη σειρά, διαδοχικά Βικιλεξικό
    • πήρα γραμμή τις εταιρείες και έκανα την ενημέρωση

Ετυμολογία

γραμμή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γραμμή < γράφω

Άλλοι τύποι

γραμμέςγραμμήγραμμήςγραμμών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →