Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθυμογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ευθυμογράφο ή την ευθυμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθυμογραφικός < ευθυμογράφος / ευθυμογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθυμογραφικόςευθυμογραφικήευθυμογραφικό
Γενικήευθυμογραφικούευθυμογραφικήςευθυμογραφικού
Αιτιατικήευθυμογραφικόευθυμογραφικήευθυμογραφικό
Κλητικήευθυμογραφικέευθυμογραφικήευθυμογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθυμογραφικοίευθυμογραφικέςευθυμογραφικά
Γενικήευθυμογραφικώνευθυμογραφικώνευθυμογραφικών
Αιτιατικήευθυμογραφικούςευθυμογραφικέςευθυμογραφικά
Κλητικήευθυμογραφικοίευθυμογραφικέςευθυμογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →