ευθυμογραφικός
•
- που έχει σχέση με τον ευθυμογράφο ή την ευθυμογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυμογραφικός < ευθυμογράφος / ευθυμογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυμογραφικός | ευθυμογραφική | ευθυμογραφικό |
| Γενική | ευθυμογραφικού | ευθυμογραφικής | ευθυμογραφικού |
| Αιτιατική | ευθυμογραφικό | ευθυμογραφική | ευθυμογραφικό |
| Κλητική | ευθυμογραφικέ | ευθυμογραφική | ευθυμογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυμογραφικοί | ευθυμογραφικές | ευθυμογραφικά |
| Γενική | ευθυμογραφικών | ευθυμογραφικών | ευθυμογραφικών |
| Αιτιατική | ευθυμογραφικούς | ευθυμογραφικές | ευθυμογραφικά |
| Κλητική | ευθυμογραφικοί | ευθυμογραφικές | ευθυμογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →