ευθυμολογικός
•
- που έχει σχέση με τον ευθυμολόγο ή την ευθυμολογία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυμολογικός < ευθυμολόγος / ευθυμολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυμολογικός | ευθυμολογική | ευθυμολογικό |
| Γενική | ευθυμολογικού | ευθυμολογικής | ευθυμολογικού |
| Αιτιατική | ευθυμολογικό | ευθυμολογική | ευθυμολογικό |
| Κλητική | ευθυμολογικέ | ευθυμολογική | ευθυμολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυμολογικοί | ευθυμολογικές | ευθυμολογικά |
| Γενική | ευθυμολογικών | ευθυμολογικών | ευθυμολογικών |
| Αιτιατική | ευθυμολογικούς | ευθυμολογικές | ευθυμολογικά |
| Κλητική | ευθυμολογικοί | ευθυμολογικές | ευθυμολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →