Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευθυμολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ευθυμολόγο ή την ευθυμολογία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευθυμολογικός < ευθυμολόγος / ευθυμολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθυμολογικόςευθυμολογικήευθυμολογικό
Γενικήευθυμολογικούευθυμολογικήςευθυμολογικού
Αιτιατικήευθυμολογικόευθυμολογικήευθυμολογικό
Κλητικήευθυμολογικέευθυμολογικήευθυμολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευθυμολογικοίευθυμολογικέςευθυμολογικά
Γενικήευθυμολογικώνευθυμολογικώνευθυμολογικών
Αιτιατικήευθυμολογικούςευθυμολογικέςευθυμολογικά
Κλητικήευθυμολογικοίευθυμολογικέςευθυμολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →