ευθυμολόγος
•
- που λέει εύθυμα ή αστεία πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυμολόγος < εύθυμ(ος) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευθυμολόγος | ευθυμολόγοι |
| Γενική | ευθυμολόγου | ευθυμολόγων |
| Αιτιατική | ευθυμολόγο | ευθυμολόγους |
| Κλητική | ευθυμολόγε | ευθυμολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →