Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευκολόπαρτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου κυριεύτεται εύκολα Βικιλεξικό
    • Τούτος δεν πνίγεται, σας βεβαιώνω εγώ, και ας ήτουν το καράβι μας καρυδοτσέφλι κ' ευκολόπαρτο ωσάν καλοπέσουλη κόρη. (Ουίλιαμ Σαίξπηρ Η τρικυμία. Μετάφραση (1913): Ιάκωβος Πολυλάς)

Ετυμολογία

ευκολόπαρτος < ευκολό- + (παίρνω) παρ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευκολόπαρτοςευκολόπαρτηευκολόπαρτο
Γενικήευκολόπαρτουευκολόπαρτηςευκολόπαρτου
Αιτιατικήευκολόπαρτοευκολόπαρτηευκολόπαρτο
Κλητικήευκολόπαρτεευκολόπαρτηευκολόπαρτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευκολόπαρτοιευκολόπαρτεςευκολόπαρτα
Γενικήευκολόπαρτωνευκολόπαρτωνευκολόπαρτων
Αιτιατικήευκολόπαρτουςευκολόπαρτεςευκολόπαρτα
Κλητικήευκολόπαρτοιευκολόπαρτεςευκολόπαρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →