ευμάθεια
•
- λόγιοη ιδιότητα του ευμαθούς, η ευκολία στην μάθηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευμάθεια < αρχαία ελληνική εὐμάθεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευμάθεια | ευμάθειες |
| Γενική | ευμάθειας | ευμαθειών |
| Αιτιατική | ευμάθεια | ευμάθειες |
| Κλητική | ευμάθεια | ευμάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →