Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευμαθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου μαθαίνει εύκολα ή / και γρήγορα ή του αρέσει η μάθηση / μόρφωση και την επιθυμεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευμαθής < αρχαία ελληνική εὐμαθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευμαθήςευμαθήςευμαθές
Γενικήευμαθούςευμαθούςευμαθούς
Αιτιατικήευμαθήευμαθήευμαθές
Κλητικήευμαθή / ευμαθήςευμαθήςευμαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευμαθείςευμαθείςευμαθή
Γενικήευμαθώνευμαθώνευμαθών
Αιτιατικήευμαθείςευμαθείςευμαθή
Κλητικήευμαθείςευμαθείςευμαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →