ευνοιοκρατικός
•
- που έχει σχέση με την ευνοιοκρατία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευνοιοκρατικός < ευνοιοκρατία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευνοιοκρατικός | ευνοιοκρατική | ευνοιοκρατικό |
| Γενική | ευνοιοκρατικού | ευνοιοκρατικής | ευνοιοκρατικού |
| Αιτιατική | ευνοιοκρατικό | ευνοιοκρατική | ευνοιοκρατικό |
| Κλητική | ευνοιοκρατικέ | ευνοιοκρατική | ευνοιοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευνοιοκρατικοί | ευνοιοκρατικές | ευνοιοκρατικά |
| Γενική | ευνοιοκρατικών | ευνοιοκρατικών | ευνοιοκρατικών |
| Αιτιατική | ευνοιοκρατικούς | ευνοιοκρατικές | ευνοιοκρατικά |
| Κλητική | ευνοιοκρατικοί | ευνοιοκρατικές | ευνοιοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →