Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευνόητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον κατανοούμε εύκολα, που τον καταλαβαίνουμε, που εννοείται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευνόητος < ελληνιστική κοινή εὐνόητος < αρχαία ελληνική εὖ + νοητός < νόος / νοῦς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευνόητοςευνόητηευνόητο
Γενικήευνόητουευνόητηςευνόητου
Αιτιατικήευνόητοευνόητηευνόητο
Κλητικήευνόητεευνόητηευνόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευνόητοιευνόητεςευνόητα
Γενικήευνόητωνευνόητωνευνόητων
Αιτιατικήευνόητουςευνόητεςευνόητα
Κλητικήευνόητοιευνόητεςευνόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →