ευπρεπίζω
•
- επίσημοκαθιστώ κάτι ευπρεπές Βικιλεξικό
- Ο ναός ευπρεπίσθηκε κατά την ανακαίνιση.
Ετυμολογία
ευπρεπίζω < μεσαιωνική ελληνική εὐπρεπίζω < ελληνιστική κοινή εὐπρεπίζομαι < αρχαία ελληνική εὐπρεπής. Μορφολογικά αναλύεται σε ευ- + -πρεπ- + -ίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευπρεπίζω | ευπρεπίζεις | ευπρεπίζει | ευπρεπίζουμε | ευπρεπίζετε | ευπρεπίζουν / ευπρεπίζουνε |
| Παρατατικός | ευπρέπιζα | ευπρέπιζες | ευπρέπιζε | ευπρεπίζαμε | ευπρεπίζατε | ευπρέπιζαν / ευπρεπίζαν / ευπρεπίζανε |
| Αόριστος | ευπρέπισα | ευπρέπισες | ευπρέπισε | ευπρεπίσαμε | ευπρεπίσατε | ευπρέπισαν / ευπρεπίσαν / ευπρεπίσανε |
| Μέλλοντας | θα ευπρεπίζω / θα ευπρεπίσω | θα ευπρεπίζεις / θα ευπρεπίσεις | θα ευπρεπίζει / θα ευπρεπίσει | θα ευπρεπίζουμε / θα ευπρεπίσουμε | θα ευπρεπίζετε / θα ευπρεπίσετε | θα ευπρεπίζουν / θα ευπρεπίζουνε / θα ευπρεπίσουν / θα ευπρεπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ευπρεπίσει | έχεις ευπρεπίσει | έχει ευπρεπίσει | έχουμε ευπρεπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευπρεπίσει | είχες ευπρεπίσει | είχε ευπρεπίσει | είχαμε ευπρεπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευπρεπίσει / να ευπρεπίζω / να ευπρεπίσω | να έχεις ευπρεπίσει / να ευπρεπίζεις / να ευπρεπίσεις | να έχει ευπρεπίσει / να ευπρεπίζει / να ευπρεπίσει | να έχουμε ευπρεπίσει / να ευπρεπίζουμε / να ευπρεπίσουμε | να ευπρεπίζετε / να ευπρεπίσετε | να ευπρεπίζουν / να ευπρεπίζουνε / να ευπρεπίσουν / να ευπρεπίσουνε |
| Προστακτική | — | ευπρέπιζε / ευπρέπισε | — | — | ευπρεπίζετε / ευπρεπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ευπρεπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →