Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευπρεπίζω

/ev.pɾeˈpi.zo/ρήμα
•
  1. επίσημοκαθιστώ κάτι ευπρεπές Βικιλεξικό
    • Ο ναός ευπρεπίσθηκε κατά την ανακαίνιση.

Ετυμολογία

ευπρεπίζω < μεσαιωνική ελληνική εὐπρεπίζω < ελληνιστική κοινή εὐπρεπίζομαι < αρχαία ελληνική εὐπρεπής. Μορφολογικά αναλύεται σε ευ- + -πρεπ- + -ίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςευπρεπίζωευπρεπίζειςευπρεπίζειευπρεπίζουμεευπρεπίζετεευπρεπίζουν / ευπρεπίζουνε
Παρατατικόςευπρέπιζαευπρέπιζεςευπρέπιζεευπρεπίζαμεευπρεπίζατεευπρέπιζαν / ευπρεπίζαν / ευπρεπίζανε
Αόριστοςευπρέπισαευπρέπισεςευπρέπισεευπρεπίσαμεευπρεπίσατεευπρέπισαν / ευπρεπίσαν / ευπρεπίσανε
Μέλλονταςθα ευπρεπίζω / θα ευπρεπίσωθα ευπρεπίζεις / θα ευπρεπίσειςθα ευπρεπίζει / θα ευπρεπίσειθα ευπρεπίζουμε / θα ευπρεπίσουμεθα ευπρεπίζετε / θα ευπρεπίσετεθα ευπρεπίζουν / θα ευπρεπίζουνε / θα ευπρεπίσουν / θα ευπρεπίσουνε
Παρακείμενοςέχω ευπρεπίσειέχεις ευπρεπίσειέχει ευπρεπίσειέχουμε ευπρεπίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ευπρεπίσειείχες ευπρεπίσειείχε ευπρεπίσειείχαμε ευπρεπίσει——
Υποτακτικήνα έχω ευπρεπίσει / να ευπρεπίζω / να ευπρεπίσωνα έχεις ευπρεπίσει / να ευπρεπίζεις / να ευπρεπίσειςνα έχει ευπρεπίσει / να ευπρεπίζει / να ευπρεπίσεινα έχουμε ευπρεπίσει / να ευπρεπίζουμε / να ευπρεπίσουμενα ευπρεπίζετε / να ευπρεπίσετενα ευπρεπίζουν / να ευπρεπίζουνε / να ευπρεπίσουν / να ευπρεπίσουνε
Προστακτική—ευπρέπιζε / ευπρέπισε——ευπρεπίζετε / ευπρεπίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ευπρεπίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →