ευπρεπισμός
•
- για πρόσωποη ενέργεια του ευπρεπίζω Βικιλεξικό
- για χώρο ή αντικείμενοη ενέργεια του ευπρεπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευπρεπισμός < ευπρεπίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευπρεπισμός | ευπρεπισμοί |
| Γενική | ευπρεπισμού | ευπρεπισμών |
| Αιτιατική | ευπρεπισμό | ευπρεπισμούς |
| Κλητική | ευπρεπισμέ | ευπρεπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →