Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευσαρκία

/ef.saɾˈci.a/επίθετο
•
  1. λόγιοη ιδιότητα του εύσαρκου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευσαρκία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐσαρκία < εὔσαρκος. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + σάρκ(α) + -ία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευσαρκίαευσαρκίαευσαρκία
Γενικήευσαρκίαςευσαρκίαςευσαρκίας
Αιτιατικήευσαρκίαευσαρκίαευσαρκία
Κλητικήευσαρκίαευσαρκίαευσαρκία

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευσαρκίεςευσαρκίεςευσαρκίες
Γενικήευσαρκιώνευσαρκιώνευσαρκιών
Αιτιατικήευσαρκίεςευσαρκίεςευσαρκίες
Κλητικήευσαρκίεςευσαρκίεςευσαρκίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →