Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παχυσαρκία

/pa.çi.saɾˈci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη νόσος κατά την οποία υπάρχει υπερβολική εναπόθεση λίπους στο σώμα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζεται αρνητικά η υγεία Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα πάντα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παχυσαρκία και υπερβαρότητα χαρακτηρίζονται οι καταστάσεις αυξημένης συσσώρευσης λίπους στο σώμα σε βαθμό που να αποτελούν απειλή για την υγεία του οργανισμού. (Παχυσαρκία - Υπερβαρότητα, ΓΕΜAτο Διατροφή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιo, ανάκτηση 18/5/2026 https://webms.hua.gr/diatrofi/index.php?option=com_content&view=article&id=307:paxisarkia-ipervarotita&catid=108&Itemid=948)
  2. το υπερβολικό σωματικό βάρος Βικιλεξικό
    • έρευνες έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία αυξάνει την πίεση του αίματος

Ετυμολογία

παχυσαρκία < (παχυ-) παχύσαρκ(ος) + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαχυσαρκίαπαχυσαρκίες
Γενικήπαχυσαρκίαςπαχυσαρκιών
Αιτιατικήπαχυσαρκίαπαχυσαρκίες
Κλητικήπαχυσαρκίαπαχυσαρκίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →