Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευσταλής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει ωραίο παράστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευσταλής < αρχαία ελληνική εὐσταλής < εὖ + στέλλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευσταλήςευσταλήςευσταλές
Γενικήευσταλούςευσταλούςευσταλούς
Αιτιατικήευσταλήευσταλήευσταλές
Κλητικήευσταλή / ευσταλήςευσταλήςευσταλές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευσταλείςευσταλείςευσταλή
Γενικήευσταλώνευσταλώνευσταλών
Αιτιατικήευσταλείςευσταλείςευσταλή
Κλητικήευσταλείςευσταλείςευσταλή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →