εφελκίδα
•
- ιατρικήαποξηραμένο αίμα, ορός, πύον ή άλλο προϊόν εξίδρωσης που σχηματίζει κρούστα, συνήθως πάνω από προηγούμενη δερματική βλάβη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφελκίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐφελκίς από την αιτιατική «τήν ἐφελκίδα» < ἐπί (εφ-) + ἕλκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *selk-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εφελκίδα | εφελκίδες |
| Γενική | εφελκίδας | εφελκίδων |
| Αιτιατική | εφελκίδα | εφελκίδες |
| Κλητική | εφελκίδα | εφελκίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →