εχέφρων
•
- λόγιοπου είναι λογικός, που είναι σε μια υγιεινή ψυχολογική κατάσταση Βικιλεξικό
- Κι ἐπειδή σέ μιά στιγμή ὑπερνευρικότητας ἔκανα κάτι τό ὑπερβολικό, μέ βγάζουν τρελό! Μά αὐτό μποροῦσε νά τό 'κανε ὁ κάθε ἐχέφρων, σέ μιά πρόσκαιρη ἔξαρση ὀργῆς!
- άλλες μορφές: εχέφρονας
Ετυμολογία
εχέφρων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐχέφρων < ἔχω + φρήν, γενική του φρενός (μυαλό, νους)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εχέφρονας / εχέφρων | εχέφρων | εχέφρον |
| Γενική | εχέφρονα / εχέφρονος | εχέφρονος | εχέφρονος |
| Αιτιατική | εχέφρονα | εχέφρονα | εχέφρον |
| Κλητική | εχέφρονα / εχέφρων | εχέφρων | εχέφρον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εχέφρονες | εχέφρονες | εχέφρονα |
| Γενική | εχεφρόνων | εχεφρόνων | εχεφρόνων |
| Αιτιατική | εχέφρονες | εχέφρονες | εχέφρονα |
| Κλητική | εχέφρονες | εχέφρονες | εχέφρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →