μυαλωμένος
•
- που σκέφτεται (και ενεργεί) λογικά και συνετά Βικιλεξικό
- ⌘ Νίκος Καζαντζάκης (1η έκδ.1961) Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, Ο Μοριάς, IX. Ο Γέρος του Μοριά. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2011, ανατύπωση.
- όταν, μετά την απελευθέρωση, έπεσαν απάνω στην απλοϊκή μικρούλα Ελλάδα όλοι οι δασκάλοι κι ήθελαν να την ντύσουν αρχαία, να μιλάει αρχαία, να κυβερνιέται αρχαία, ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το μυαλωμένο νηφάλιο κεφάλι του με θυμό και περγέλιο
Ετυμολογία
μυαλωμένος < μυαλ(ό) + -ωμένος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυαλωμένος | μυαλωμένη | μυαλωμένο |
| Γενική | μυαλωμένου | μυαλωμένης | μυαλωμένου |
| Αιτιατική | μυαλωμένο | μυαλωμένη | μυαλωμένο |
| Κλητική | μυαλωμένε | μυαλωμένη | μυαλωμένο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυαλωμένοι | μυαλωμένες | μυαλωμένα |
| Γενική | μυαλωμένων | μυαλωμένων | μυαλωμένων |
| Αιτιατική | μυαλωμένους | μυαλωμένες | μυαλωμένα |
| Κλητική | μυαλωμένοι | μυαλωμένες | μυαλωμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →