Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα Βικιλεξικό
    • η λογική ικανότητα του ανθρώπου
  2. που διαθέτει λογική Βικιλεξικό
    • ο άνθρωπος είναι λογικό ον
  3. που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο Βικιλεξικό
    • μια λογική σκέψη, ένα λογικό συμπέρασμα
  4. που ενεργεί με σύνεση Βικιλεξικό
    • ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα
  5. μέτριος, όχι υπερβολικός Βικιλεξικό
    • θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή
  6. πληροφορικήlogical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Ανάλογα με το κείμενο θα μπορούσε να είναι: το εικονικό, το ιδεατό, το τεχνητό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογικός < αρχαία ελληνική λογικός < λόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογικόςλογικήλογικό
Γενικήλογικούλογικήςλογικού
Αιτιατικήλογικόλογικήλογικό
Κλητικήλογικέλογικήλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογικοίλογικέςλογικά
Γενικήλογικώνλογικώνλογικών
Αιτιατικήλογικούςλογικέςλογικά
Κλητικήλογικοίλογικέςλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →