εύρωστος
•
- γερός, υγιής, δυνατός Βικιλεξικό
- Ο αρσενικός λαγός έχει πιο χονδρό κεφάλι, τα πόδια πιο μακριά και στο σύνολο είναι πιο εύρωστος από τον θηλυκό. (*)
- μεταφορικάακμαίος Βικιλεξικό
- Μέσα στα τελευταία 40 χρόνια η ελληνική χρυσοχοΐα κατόρθωσε να γίνει ένας εύρωστος κλάδος της εθνικής μας οικονομίας. Από χίλιους εργαζόμενους το 1957 έφθασε σήμερα να απασχολεί πενήντα χιλιάδες (50.000). (*)
Ετυμολογία
εύρωστος < αρχαία ελληνική εὔρωστος < εὖ + ῥώννυμι / ῥωννύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύρωστος | εύρωστη | εύρωστο |
| Γενική | εύρωστου | εύρωστης | εύρωστου |
| Αιτιατική | εύρωστο | εύρωστη | εύρωστο |
| Κλητική | εύρωστε | εύρωστη | εύρωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύρωστοι | εύρωστες | εύρωστα |
| Γενική | εύρωστων | εύρωστων | εύρωστων |
| Αιτιατική | εύρωστους | εύρωστες | εύρωστα |
| Κλητική | εύρωστοι | εύρωστες | εύρωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →