σώμα
•
- οργανισμός Βικιλεξικό
- κορμός Βικιλεξικό
- επιδερμίδα Βικιλεξικό
- η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή Βικιλεξικό
- Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
- υλικό αντικείμενο Βικιλεξικό
- οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνέρχονται με συγκεκριμένο σκοπό Βικιλεξικό
- ευρύτερος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, ο οποίος καλύπτει μια γεωγραφική περιοχή. Περιλαμβάνει μικρότερες αυτοτελείς μονάδες και σχηματισμούς, όπως μεραρχίες, ταξιαρχίες, συντάγματα και τάγματα. Βικιλεξικό
- σώμα στρατού
- ... διακρίθηκε στις επιχειρήσεις στη Β. Αφρική κατά την υποχώρηση του Ρόμμελ, εντεταγμένος στις γαλλικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Leclerc και αργότερα στο στρατιωτικό σώμα που διοικούσε ο Νεοζηλανδός στρατηγός Freyberg. (Σπύρος Γασπαράτος, Η Κατοχή: Η κατοχική περίοδος μέχρι τον Οκτώβριο 1943, τόμος 1, 1998 σελ. 548)
- δημόσια δύναμη με σκοπό τη φύλαξη, την πρόληψη και την καταστολή της βίας ή φυσικών καταστροφών. Βικιλεξικό
- τα σώματα ασφαλείας, το σώμα της Πυροσβεστικής
- προγραμματισμόςο κώδικας, οι εντολές που περιέχονται σε μία σύνθετη δομή προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if), σε έναν βρόχο (πχ. εντολή while), σε μιά συνάρτηση ή μέθοδο (βλ. σώμα συνάρτησης), σε μιά κλάση, κλπ. Βικιλεξικό
- Στον βρόχο: while ( <συνθήκη> ) { ... <σώμα> ... }, η δήλωση while ( <συνθήκη> ), λέγεται επικεφαλίδα και οι περιεχόμενες εντολές στις αγκύλες σώμα
Ετυμολογία
σώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῶμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σώμα | σώματα |
| Γενική | σώματος | σωμάτων |
| Αιτιατική | σώμα | σώματα |
| Κλητική | σώμα | σώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →