ζαβολιά
•
- οικείοη παραβίαση κάποιων κανόνων, συνήθως σε παιχνίδια μεταξύ παιδιών αλλά και γενικότερα στις συναλλαγές και τις ανθρώπινες σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαβολιά < διαβολιά (για τη μετατροπή του δι σε ζ βλέπε και το ζουλώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαβολιά | ζαβολιές |
| Γενική | ζαβολιάς | ζαβολιών |
| Αιτιατική | ζαβολιά | ζαβολιές |
| Κλητική | ζαβολιά | ζαβολιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →