ζαβώνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι να γίνει στραβό, στρεβλό, να μην είναι πια ίσιο Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) προκαλώ δυσκολίες ή μια άσχημη εξέλιξη
- αμετάβατογίνομαι στραβός Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) παίρνω άσχημη τροπή
Ετυμολογία
ζαβώνω < ζαβός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζαβώνω | ζαβώνεις | ζαβώνει | ζαβώνουμε | ζαβώνετε | ζαβώνουν / ζαβώνουνε |
| Παρατατικός | ζάβωνα | ζάβωνες | ζάβωνε | ζαβώναμε | ζαβώνατε | ζάβωναν / ζαβώναν / ζαβώνανε |
| Αόριστος | ζάβωσα | ζάβωσες | ζάβωσε | ζαβώσαμε | ζαβώσατε | ζάβωσαν / ζαβώσαν / ζαβώσανε |
| Μέλλοντας | θα ζαβώνω / θα ζαβώσω | θα ζαβώνεις / θα ζαβώσεις | θα ζαβώνει / θα ζαβώσει | θα ζαβώνουμε / θα ζαβώσουμε | θα ζαβώνετε / θα ζαβώσετε | θα ζαβώνουν / θα ζαβώνουνε / θα ζαβώσουν / θα ζαβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζαβώσει | έχεις ζαβώσει | έχει ζαβώσει | έχουμε ζαβώσει | έχετε ζαβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζαβώσει | είχες ζαβώσει | είχε ζαβώσει | είχαμε ζαβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζαβώσει / να ζαβώνω / να ζαβώσω | να έχεις ζαβώσει / να ζαβώνεις / να ζαβώσεις | να έχει ζαβώσει / να ζαβώνει / να ζαβώσει | να έχουμε ζαβώσει / να ζαβώνουμε / να ζαβώσουμε | να έχετε ζαβώσει / να ζαβώνετε / να ζαβώσετε | να ζαβώνουν / να ζαβώνουνε / να ζαβώσουν / να ζαβώσουνε |
| Προστακτική | — | ζάβωνε / ζάβωσε | — | — | ζαβώνετε / ζαβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →