ζαλώνω
•
- προσαρμόζω ένα φορτίο στους ώμους κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαλώνω < ζαλ-ιά + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζαλώνω | ζαλώνεις | ζαλώνει | ζαλώνουμε | ζαλώνετε | ζαλώνουν / ζαλώνουνε |
| Παρατατικός | ζάλωνα | ζάλωνες | ζάλωνε | ζαλώναμε | ζαλώνατε | ζάλωναν / ζαλώναν / ζαλώνανε |
| Αόριστος | ζάλωσα | ζάλωσες | ζάλωσε | ζαλώσαμε | ζαλώσατε | ζάλωσαν / ζαλώσαν / ζαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ζαλώνω / θα ζαλώσω | θα ζαλώνεις / θα ζαλώσεις | θα ζαλώνει / θα ζαλώσει | θα ζαλώνουμε / θα ζαλώσουμε | θα ζαλώνετε / θα ζαλώσετε | θα ζαλώνουν / θα ζαλώνουνε / θα ζαλώσουν / θα ζαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζαλώσει | έχεις ζαλώσει | έχει ζαλώσει | έχουμε ζαλώσει | έχετε ζαλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζαλώσει | είχες ζαλώσει | είχε ζαλώσει | είχαμε ζαλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζαλώσει / να ζαλώνω / να ζαλώσω | να έχεις ζαλώσει / να ζαλώνεις / να ζαλώσεις | να έχει ζαλώσει / να ζαλώνει / να ζαλώσει | να έχουμε ζαλώσει / να ζαλώνουμε / να ζαλώσουμε | να έχετε ζαλώσει / να ζαλώνετε / να ζαλώσετε | να ζαλώνουν / να ζαλώνουνε / να ζαλώσουν / να ζαλώσουνε |
| Προστακτική | — | ζάλωνε / ζάλωσε | — | — | ζαλώνετε / ζαλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →