ζαχαροζυμωμένος
•
- φτιαγμένος από ζάχαρη, ζυμωμένος με ζάχαρη Βικιλεξικό
- ζαχαροζυμωμένα κουλουράκια
- μεταφορικάγλυκός Βικιλεξικό
- Ζαχαροζυμωμένη μου πέσε γλυκά κοιμήσου και στ’ όνειρό σου να με δεις σκλάβο και δουλευτή σου.
Ετυμολογία
ζαχαροζυμωμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαχαροζυμωμένος. Μορφολογικά αναλύεται σε < ζαχαρο- + ζυμωμένος < ζυμώνω
Άλλοι τύποι
ζαχαροζυμωμέναζαχαροζυμωμένεζαχαροζυμωμένεςζαχαροζυμωμένηζαχαροζυμωμένηςζαχαροζυμωμένοζαχαροζυμωμένοιζαχαροζυμωμένοςζαχαροζυμωμένουζαχαροζυμωμένουςζαχαροζυμωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →