Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαχαροζυμωμένος

/za.xa.ɾo.zi.moˈme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από ζάχαρη, ζυμωμένος με ζάχαρη Βικιλεξικό
    • ζαχαροζυμωμένα κουλουράκια
  2. μεταφορικάγλυκός Βικιλεξικό
    • Ζαχαροζυμωμένη μου πέσε γλυκά κοιμήσου και στ’ όνειρό σου να με δεις σκλάβο και δουλευτή σου.

Ετυμολογία

ζαχαροζυμωμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαχαροζυμωμένος. Μορφολογικά αναλύεται σε < ζαχαρο- + ζυμωμένος < ζυμώνω

Άλλοι τύποι

ζαχαροζυμωμέναζαχαροζυμωμένεζαχαροζυμωμένεςζαχαροζυμωμένηζαχαροζυμωμένηςζαχαροζυμωμένοζαχαροζυμωμένοιζαχαροζυμωμένοςζαχαροζυμωμένουζαχαροζυμωμένουςζαχαροζυμωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →