ζαχαροπλαστικός
•
- που έχει σχέση με τον ζαχαροπλάστη ή τη ζαχαροπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαχαροπλαστικός < ζαχαροπλάστης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαχαροπλαστικός | ζαχαροπλαστική | ζαχαροπλαστικό |
| Γενική | ζαχαροπλαστικού | ζαχαροπλαστικής | ζαχαροπλαστικού |
| Αιτιατική | ζαχαροπλαστικό | ζαχαροπλαστική | ζαχαροπλαστικό |
| Κλητική | ζαχαροπλαστικέ | ζαχαροπλαστική | ζαχαροπλαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαχαροπλαστικοί | ζαχαροπλαστικές | ζαχαροπλαστικά |
| Γενική | ζαχαροπλαστικών | ζαχαροπλαστικών | ζαχαροπλαστικών |
| Αιτιατική | ζαχαροπλαστικούς | ζαχαροπλαστικές | ζαχαροπλαστικά |
| Κλητική | ζαχαροπλαστικοί | ζαχαροπλαστικές | ζαχαροπλαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →