Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαχαροπλαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ζαχαροπλάστη ή τη ζαχαροπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαχαροπλαστικός < ζαχαροπλάστης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαχαροπλαστικόςζαχαροπλαστικήζαχαροπλαστικό
Γενικήζαχαροπλαστικούζαχαροπλαστικήςζαχαροπλαστικού
Αιτιατικήζαχαροπλαστικόζαχαροπλαστικήζαχαροπλαστικό
Κλητικήζαχαροπλαστικέζαχαροπλαστικήζαχαροπλαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαχαροπλαστικοίζαχαροπλαστικέςζαχαροπλαστικά
Γενικήζαχαροπλαστικώνζαχαροπλαστικώνζαχαροπλαστικών
Αιτιατικήζαχαροπλαστικούςζαχαροπλαστικέςζαχαροπλαστικά
Κλητικήζαχαροπλαστικοίζαχαροπλαστικέςζαχαροπλαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →