ζαχαρότευτλο
•
- φυτόδικοτυλήδονο φυτό, από τη σαρκώδη ρίζα του οποίου παράγεται με ειδική επεξεργασία η ζάχαρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαχαρότευτλο < καθαρεύουσα σακχαρότευτλον < (ελληνιστική κοινή) σάκχαρον + αρχαία ελληνική τεῦτλον < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Zuckerrübe. Μορφολογικά αναλύεται σε ζαχαρό- + τεύτλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαχαρότευτλο | ζαχαρότευτλα |
| Γενική | ζαχαρότευτλου | ζαχαρότευτλων |
| Αιτιατική | ζαχαρότευτλο | ζαχαρότευτλα |
| Κλητική | ζαχαρότευτλο | ζαχαρότευτλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →