ζητιάνος
•
- αυτός που ζητάει από τους περαστικούς να τον λυπηθούν και να του δώσουν λίγα χρήματα ή άλλη οικονομική βοήθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζητιάνος < μεσαιωνική ελληνική ζητ(εία) + -ιάνος < αρχαία ελληνική ζητέω / ζητῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζητιάνος | ζητιάνοι |
| Γενική | ζητιάνου | ζητιάνων |
| Αιτιατική | ζητιάνο | ζητιάνους |
| Κλητική | ζητιάνε | ζητιάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →