ζητιανεύω
•
- είμαι ζητιάνος· γυρίζω στους δρόμους ή στέκομαι σε μια γωνιά και ζητώ από τους περαστικούς να με λυπηθούν και να μου δώσουν χρήματα ή άλλη οικονομική βοήθεια Βικιλεξικό
- ζητώ κάτι από τους άλλους με τρόπο ταπεινωτικό για μένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζητιανεύω < ζητιάν(ος) + -εύω < ζητώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζητιανεύω | ζητιανεύεις | ζητιανεύει | ζητιανεύουμε | ζητιανεύετε | ζητιανεύουν / ζητιανεύουνε |
| Παρατατικός | ζητιάνευα | ζητιάνευες | ζητιάνευε | ζητιανεύαμε | ζητιανεύατε | ζητιάνευαν / ζητιανεύαν / ζητιανεύανε |
| Αόριστος | ζητιάνεψα | ζητιάνεψες | ζητιάνεψε | ζητιανέψαμε | ζητιανέψατε | ζητιάνεψαν / ζητιανέψαν / ζητιανέψανε |
| Μέλλοντας | θα ζητιανέψω / θα ζητιανεύω | θα ζητιανέψεις / θα ζητιανεύεις | θα ζητιανέψει / θα ζητιανεύει | θα ζητιανέψουμε / θα ζητιανεύουμε | θα ζητιανέψετε / θα ζητιανεύετε | θα ζητιανέψουν / θα ζητιανέψουνε / θα ζητιανεύουν / θα ζητιανεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζητιανέψει | έχεις ζητιανέψει | έχει ζητιανέψει | έχουμε ζητιανέψει | έχετε ζητιανέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζητιανέψει | είχες ζητιανέψει | είχε ζητιανέψει | είχαμε ζητιανέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζητιανέψει / να ζητιανέψω / να ζητιανεύω | να έχεις ζητιανέψει / να ζητιανέψεις / να ζητιανεύεις | να έχει ζητιανέψει / να ζητιανέψει / να ζητιανεύει | να έχουμε ζητιανέψει / να ζητιανέψουμε / να ζητιανεύουμε | να έχετε ζητιανέψει / να ζητιανέψετε / να ζητιανεύετε | να ζητιανέψουν / να ζητιανέψουνε / να ζητιανεύουν / να ζητιανεύουνε |
| Προστακτική | — | ζητιάνευε / ζητιάνεψε | — | — | ζητιανέψτε / ζητιανεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →