ζουμί
•
- ο ζωμός, το υγρό που περιέχει εκτός από νερό τις θρεπτικές ουσίες του κρέατος ή του ψαριού που έβρασε μέσα σ' αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάστον πληθυντικό, τα δάκρυα Βικιλεξικό
- την πιάσανε τα ζουμιά: έβαλε τα κλάματα
- μεταφορικάη ουσία, κάτι που χαρακτηρίζεται από πυκνότητα ιδεών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζουμί < ζωμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουμί | ζουμιά |
| Γενική | ζουμιού | ζουμιών |
| Αιτιατική | ζουμί | ζουμιά |
| Κλητική | ζουμί | ζουμιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →