ζουμερός
•
- που έχει πολύ ζουμί, πολλούς χυμούς Βικιλεξικό
- ένα ζουμερό πορτοκάλι
- μεταφορικάπλούσιος σε νοήματα και/ή σε εκφραστικά μέσα Βικιλεξικό
- ένα ζουμερό κείμενο
Ετυμολογία
ζουμερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζουμερός < ζουμ(ί) + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουμερός | ζουμερή | ζουμερό |
| Γενική | ζουμερού | ζουμερής | ζουμερού |
| Αιτιατική | ζουμερό | ζουμερή | ζουμερό |
| Κλητική | ζουμερέ | ζουμερή | ζουμερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζουμεροί | ζουμερές | ζουμερά |
| Γενική | ζουμερών | ζουμερών | ζουμερών |
| Αιτιατική | ζουμερούς | ζουμερές | ζουμερά |
| Κλητική | ζουμεροί | ζουμερές | ζουμερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →