Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζουμερός

/zu.meˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολύ ζουμί, πολλούς χυμούς Βικιλεξικό
    • ένα ζουμερό πορτοκάλι
  2. μεταφορικάπλούσιος σε νοήματα και/ή σε εκφραστικά μέσα Βικιλεξικό
    • ένα ζουμερό κείμενο

Ετυμολογία

ζουμερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζουμερός < ζουμ(ί) + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζουμερόςζουμερήζουμερό
Γενικήζουμερούζουμερήςζουμερού
Αιτιατικήζουμερόζουμερήζουμερό
Κλητικήζουμερέζουμερήζουμερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζουμεροίζουμερέςζουμερά
Γενικήζουμερώνζουμερώνζουμερών
Αιτιατικήζουμερούςζουμερέςζουμερά
Κλητικήζουμεροίζουμερέςζουμερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →