ζυγοσταθμίζω
•
- κάνω ζυγοστάθμιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυγοσταθμίζω < ζυγός + -ο- + σταθμίζω (απόδοση για την αγγλική balance)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζυγοσταθμίζω | ζυγοσταθμίζεις | ζυγοσταθμίζει | ζυγοσταθμίζουμε | ζυγοσταθμίζετε | ζυγοσταθμίζουν / ζυγοσταθμίζουνε |
| Παρατατικός | ζυγοστάθμιζα | ζυγοστάθμιζες | ζυγοστάθμιζε | ζυγοσταθμίζαμε | ζυγοσταθμίζατε | ζυγοστάθμιζαν / ζυγοσταθμίζαν / ζυγοσταθμίζανε |
| Αόριστος | ζυγοστάθμισα | ζυγοστάθμισες | ζυγοστάθμισε | ζυγοσταθμίσαμε | ζυγοσταθμίσατε | ζυγοστάθμισαν / ζυγοσταθμίσαν / ζυγοσταθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα ζυγοσταθμίζω / θα ζυγοσταθμίσω | θα ζυγοσταθμίζεις / θα ζυγοσταθμίσεις | θα ζυγοσταθμίζει / θα ζυγοσταθμίσει | θα ζυγοσταθμίζουμε / θα ζυγοσταθμίσουμε | θα ζυγοσταθμίζετε / θα ζυγοσταθμίσετε | θα ζυγοσταθμίζουν / θα ζυγοσταθμίζουνε / θα ζυγοσταθμίσουν / θα ζυγοσταθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζυγοσταθμίσει | έχεις ζυγοσταθμίσει | έχει ζυγοσταθμίσει | έχουμε ζυγοσταθμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζυγοσταθμίσει | είχες ζυγοσταθμίσει | είχε ζυγοσταθμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζυγοσταθμίσει / να ζυγοσταθμίζω / να ζυγοσταθμίσω | να έχεις ζυγοσταθμίσει / να ζυγοσταθμίζεις / να ζυγοσταθμίσεις | να έχει ζυγοσταθμίσει / να ζυγοσταθμίζει / να ζυγοσταθμίσει | να έχουμε ζυγοσταθμίσει / να ζυγοσταθμίζουμε / να ζυγοσταθμίσουμε | να ζυγοσταθμίζετε / να ζυγοσταθμίσετε | να ζυγοσταθμίζουν / να ζυγοσταθμίζουνε / να ζυγοσταθμίσουν / να ζυγοσταθμίσουνε |
| Προστακτική | — | ζυγοστάθμιζε / ζυγοστάθμισε | — | — | ζυγοσταθμίζετε / ζυγοσταθμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζυγοσταθμίστηκαζυγοσταθμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →