Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζωγραφικός

/zo.γɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ζωγραφική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών: ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, 16ος-20́ος αιώνας, Πατ-Ω. τομος 4, εκδ. Μέλισσα, 2000, σελ. 278)
  2. ουσιαστικοποιημένοζωγραφική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζωγραφικός < ζωγραφική + -ός < (ελληνιστική κοινή) (ενν. τέχνη) < αρχαία ελληνική ζωγραφικός < ζωγράφος < ζωή + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωγραφικόςζωγραφικήζωγραφικό
Γενικήζωγραφικούζωγραφικήςζωγραφικού
Αιτιατικήζωγραφικόζωγραφικήζωγραφικό
Κλητικήζωγραφικέζωγραφικήζωγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζωγραφικοίζωγραφικέςζωγραφικά
Γενικήζωγραφικώνζωγραφικώνζωγραφικών
Αιτιατικήζωγραφικούςζωγραφικέςζωγραφικά
Κλητικήζωγραφικοίζωγραφικέςζωγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →