ζωντάνεμα
•
- η τόνωση, η ενίσχυση, η προσφορά ζωής, το ζωήρεμα Βικιλεξικό
- το ζωντάνεμα των χρωμάτων
- το ζωντάνεμα της παρέας, συντροφιάς, συζήτησης
- το να γίνεται κάτι πιο αληθινό Βικιλεξικό
- η ανάσταση Βικιλεξικό
- το να ξαναβρίσκει κάποιος άνθρωπος τη ζωντάνια, τη ζωηράδα του μετά από ασθένεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζωντάνεμα < ζωντανεύ(ω) + -μα με αποβολή του [v] πριν από [m]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωντάνεμα | ζωντανέματα |
| Γενική | ζωντανέματος | ζωντανεμάτων |
| Αιτιατική | ζωντάνεμα | ζωντανέματα |
| Κλητική | ζωντάνεμα | ζωντανέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →