ηλικιώνομαι
•
- φτάνω σε ώριμη ηλικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηλικιώνομαι < μεσαιωνική ελληνική ἡλικιόομαι / ἡλικιοῡμαι / ἡλικιώνομαι < αρχαία ελληνική ἡλικία < ἧλιξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηλικιώνομαι | ηλικιώνεσαι | ηλικιώνεται | ηλικιωνόμαστε | ηλικιώνεστε | ηλικιώνονται |
| Παρατατικός | ηλικιωνόμουν / ηλικιωνόμουνα | ηλικιωνόσουν / ηλικιωνόσουνα | ηλικιωνόταν / ηλικιωνότανε | ηλικιωνόμασταν / ηλικιωνόμαστε | ηλικιωνόσασταν / ηλικιωνόσαστε | ηλικιωνόντουσαν / ηλικιώνονταν |
| Αόριστος | ηλικιώθηκα | ηλικιώθηκες | ηλικιώθηκε | ηλικιωθήκαμε | ηλικιωθήκατε | ηλικιωθήκαν / ηλικιωθήκανε / ηλικιώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ηλικιωθώ / θα ηλικιώνομαι | θα ηλικιωθείς / θα ηλικιώνεσαι | θα ηλικιωθεί / θα ηλικιώνεται | θα ηλικιωθούμε / θα ηλικιωνόμαστε | θα ηλικιωθείτε / θα ηλικιώνεστε | θα ηλικιωθούν / θα ηλικιωθούνε / θα ηλικιώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ηλικιωθεί | έχεις ηλικιωθεί | έχει ηλικιωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηλικιωθεί | είχες ηλικιωθεί | είχε ηλικιωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ηλικιωθεί / να ηλικιωθώ / να ηλικιώνομαι | να έχεις ηλικιωθεί / να ηλικιωθείς / να ηλικιώνεσαι | να έχει ηλικιωθεί / να ηλικιωθεί / να ηλικιώνεται | να ηλικιωθούμε / να ηλικιωνόμαστε | να ηλικιωθείτε / να ηλικιώνεστε | να ηλικιωθούν / να ηλικιωθούνε / να ηλικιώνονται |
| Προστακτική | — | ηλικιώνου / ηλικιώσου | — | — | ηλικιωθείτε / ηλικιώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →