Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιισόγειο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχιτεκτονικήκατασκευή που είναι κατά ένα τμήμα της πάνω από το έδαφος και κατά το ένα τμήμα της κάτω απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιισόγειο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ημιισόγειος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήημιισόγειοημιισόγεια
Γενικήημιισογείου / ημιισόγειουημιισογείων / ημιισόγειων
Αιτιατικήημιισόγειοημιισόγεια
Κλητικήημιισόγειοημιισόγεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →