ισόγειος
•
- που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος Βικιλεξικό
- ισόγεια οικοδομή
- ουσιαστικοποιημένοισόγειο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισόγειος < ισό- + -γειος (< γη) κατά το υπόγειος. Διαφορετική η ελληνιστική ἰσόγεως (ίσος με το έδαφος).
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισόγειος | ισόγεια | ισόγειο |
| Γενική | ισόγειου | ισόγειας | ισόγειου |
| Αιτιατική | ισόγειο | ισόγεια | ισόγειο |
| Κλητική | ισόγειε | ισόγεια | ισόγειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισόγειοι | ισόγειες | ισόγεια |
| Γενική | ισόγειων | ισόγειων | ισόγειων |
| Αιτιατική | ισόγειους | ισόγειες | ισόγεια |
| Κλητική | ισόγειοι | ισόγειες | ισόγεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →