Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ημιισόγειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήπου είναι κατά ένα τμήμα του πάνω από το έδαφος και κατά το ένα τμήμα του κάτω απ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοημιισόγειο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ημιισόγειος < ημι- + ισόγειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιισόγειοςημιισόγειαημιισόγειο
Γενικήημιισόγειουημιισόγειαςημιισόγειου
Αιτιατικήημιισόγειοημιισόγειαημιισόγειο
Κλητικήημιισόγειεημιισόγειαημιισόγειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήημιισόγειοιημιισόγειεςημιισόγεια
Γενικήημιισόγειωνημιισόγειωνημιισόγειων
Αιτιατικήημιισόγειουςημιισόγειεςημιισόγεια
Κλητικήημιισόγειοιημιισόγειεςημιισόγεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →