ημιισόγειος
•
- αρχιτεκτονικήπου είναι κατά ένα τμήμα του πάνω από το έδαφος και κατά το ένα τμήμα του κάτω απ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοημιισόγειο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ημιισόγειος < ημι- + ισόγειος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιισόγειος | ημιισόγεια | ημιισόγειο |
| Γενική | ημιισόγειου | ημιισόγειας | ημιισόγειου |
| Αιτιατική | ημιισόγειο | ημιισόγεια | ημιισόγειο |
| Κλητική | ημιισόγειε | ημιισόγεια | ημιισόγειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ημιισόγειοι | ημιισόγειες | ημιισόγεια |
| Γενική | ημιισόγειων | ημιισόγειων | ημιισόγειων |
| Αιτιατική | ημιισόγειους | ημιισόγειες | ημιισόγεια |
| Κλητική | ημιισόγειοι | ημιισόγειες | ημιισόγεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →