ησυχία
•
- απουσία δυνατών ήχων ή φασαρίας Βικιλεξικό
- ηρεμία Βικιλεξικό
- θέλω την ησυχία μου!
Ετυμολογία
ησυχία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἡσυχία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ησυχία | ησυχίες |
| Γενική | ησυχίας | — |
| Αιτιατική | ησυχία | ησυχίες |
| Κλητική | ησυχία | ησυχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →