ἡττῶμαι
•
- ρήμα της καθαρεύουσας, συνηρημένος τύπος του αρχαίου ρήματος ἡττάομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ηττώμαι < αρχαία ελληνική ἡττῶμαι
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηττώμαι | — | — | ηττώμεθα | ηττάσθε | ηττώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | ηττόνταν / ηττόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | ηττηθήκαν / ηττηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ηττηθώ / θα ηττώμαι | θα ηττηθείς | θα ηττηθεί | θα ηττηθούμε / θα ηττώμεθα | θα ηττάσθε / θα ηττηθείτε | θα ηττηθούν / θα ηττηθούνε / θα ηττώνται |
| Παρακείμενος | έχω ηττηθεί | έχεις ηττηθεί | έχει ηττηθεί | έχουμε ηττηθεί | έχετε ηττηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηττηθεί | είχες ηττηθεί | είχε ηττηθεί | είχαμε ηττηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ηττηθεί / να ηττηθώ / να ηττώμαι | να έχεις ηττηθεί / να ηττηθείς | να έχει ηττηθεί / να ηττηθεί | να έχουμε ηττηθεί / να ηττηθούμε / να ηττώμεθα | να έχετε ηττηθεί / να ηττάσθε / να ηττηθείτε | να ηττηθούν / να ηττηθούνε / να ηττώνται |
| Προστακτική | — | ηττήσου | — | — | ηττάσθε / ηττηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | ηττάσαι | ηττάται | ηττόμαστε | ηττάστε | — |
| Παρατατικός | ηττόμουν | ηττόσουν | ηττόταν | ηττόμασταν | ηττόσασταν | — |
| Αόριστος | ηττήθηκα | ηττήθηκες | ηττήθηκε | ηττηθήκαμε | ηττηθήκατε | ηττήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα ηττάσαι | θα ηττάται | θα ηττόμαστε | θα ηττάστε | — |
| Υποτακτική | — | να ηττάσαι | να ηττάται | να ηττόμαστε | να ηττάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | ηττάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →