νικιέμαι
•
- με νικούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νικιέμαι, παθητική φωνή του νικώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νικιέμαι | νικιέσαι | νικιέται | νικιόμαστε | νικιέστε | νικιούνται |
| Παρατατικός | νικιόμουν / νικιόμουνα | νικιόσουν / νικιόσουνα | νικιόταν / νικιότανε | νικιόμασταν / νικιόμαστε | νικιόσασταν / νικιόσαστε | νικιούνταν / νικιόνταν / νικιόντανε / νικιόντουσαν |
| Αόριστος | νικήθηκα | νικήθηκες | νικήθηκε | νικηθήκαμε | νικηθήκατε | νικήθηκαν / νικηθήκαν / νικηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα νικηθώ / θα νικιέμαι | θα νικηθείς / θα νικιέσαι | θα νικηθεί / θα νικιέται | θα νικηθούμε / θα νικιόμαστε | θα νικηθείτε / θα νικιέστε | θα νικηθούν / θα νικηθούνε / θα νικιούνται |
| Παρακείμενος | έχω νικηθεί | έχεις νικηθεί | έχει νικηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νικηθεί | είχες νικηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νικηθεί / να νικηθώ / να νικιέμαι | να έχεις νικηθεί / να νικηθείς / να νικιέσαι | να έχει νικηθεί / να νικηθεί / να νικιέται | να νικηθούμε / να νικιόμαστε | να νικηθείτε / να νικιέστε | να νικηθούν / να νικηθούνε / να νικιούνται |
| Προστακτική | — | νικήσου | — | — | νικηθείτε / νικιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →