ηχηροποιώ
•
- γλωσσολογίατρέπω ένα άηχο σύμφωνο στο αντίστοιχό του ηχηρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηχηροποιώ < ηχηροποίηση (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηχηροποιώ | ηχηροποιείς | ηχηροποιεί | ηχηροποιούμε | ηχηροποιείτε | ηχηροποιούν / ηχηροποιούνε |
| Παρατατικός | ηχηροποιούσα | ηχηροποιούσες | ηχηροποιούσε | ηχηροποιούσαμε | ηχηροποιούσατε | ηχηροποιούσαν / ηχηροποιούσανε |
| Αόριστος | ηχηροποίησα | ηχηροποίησες | ηχηροποίησε | ηχηροποιήσαμε | ηχηροποιήσατε | ηχηροποίησαν / ηχηροποιήσαν / ηχηροποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ηχηροποιήσω / θα ηχηροποιώ | θα ηχηροποιήσεις / θα ηχηροποιείς | θα ηχηροποιήσει / θα ηχηροποιεί | θα ηχηροποιήσουμε / θα ηχηροποιούμε | θα ηχηροποιήσετε / θα ηχηροποιείτε | θα ηχηροποιήσουν / θα ηχηροποιήσουνε / θα ηχηροποιούν / θα ηχηροποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ηχηροποιήσει | έχεις ηχηροποιήσει | έχει ηχηροποιήσει | έχουμε ηχηροποιήσει | έχετε ηχηροποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηχηροποιήσει | είχες ηχηροποιήσει | είχε ηχηροποιήσει | είχαμε ηχηροποιήσει | είχατε ηχηροποιήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ηχηροποιήσει / να ηχηροποιήσω / να ηχηροποιώ | να έχεις ηχηροποιήσει / να ηχηροποιήσεις / να ηχηροποιείς | να έχει ηχηροποιήσει / να ηχηροποιήσει / να ηχηροποιεί | να έχουμε ηχηροποιήσει / να ηχηροποιήσουμε / να ηχηροποιούμε | να έχετε ηχηροποιήσει / να ηχηροποιήσετε / να ηχηροποιείτε | να ηχηροποιήσουν / να ηχηροποιήσουνε / να ηχηροποιούν / να ηχηροποιούνε |
| Προστακτική | — | ηχηροποίησε | — | — | ηχηροποιήστε / ηχηροποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →