θαλαμηπόλος
•
- ναυτικός όροςτο μέλος του προσωπικού που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλαμηπόλος < ελληνιστική κοινή ὁ θαλαμηπόλος (ευνούχος καμαριέρης), αρχαία ελληνική ἡ θαλαμηπόλος (η υπηρέτρια της οικοδέσποινας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλαμηπόλος | θαλαμηπόλοι |
| Γενική | θαλαμηπόλου | θαλαμηπόλων |
| Αιτιατική | θαλαμηπόλο | θαλαμηπόλους |
| Κλητική | θαλαμηπόλε | θαλαμηπόλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →