Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαλασσομάχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. Αυτός που μάχεται στη θάλασσα, ο ναυμάχος. Βικιλεξικό
    • Ο Λάμπρος Κατσώνης ηταν σπουδαίος θαλασσομάχος.
  2. Αυτός που έχει περάσει πολλά χρόνια στη θάλασσα ή έχει κινδυνέψει πολλές φορές από αυτήν. Ο θαλασσοδαρμένος. Βικιλεξικό
    • Ο καπετάν Νικόλας, παλιός θαλασσομάχος, περνά τώρα τις μέρες του στην προκυμαία αγναντεύοντας το πέλαγο.
  3. ναυτικός όρος, (ναυπηγικός όρος) το φερόμενο προς τα κάτω κάθετο στυλίδιο στον πρόβολο των ιστιοφόρων πλοίων Βικιλεξικό
    • ο θαλασσομάχος ενισχύει τον πρόβολο με τα σχοινιά που διέρχονται απ' αυτόν καλούμενα επίσημα (κατά θέση) παρυπήνες καθώς και το προστατευτικό δίχτυ του προβόλου (προβολόδιχτο)
  4. αυτός που έχει κάνει μεγάλα ταξίδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θαλασσομάχος < θάλασσα + μάχομαι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθαλασσομάχοςθαλασσομάχοι
Γενικήθαλασσομάχουθαλασσομάχων
Αιτιατικήθαλασσομάχοθαλασσομάχους
Κλητικήθαλασσομάχεθαλασσομάχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →