θαλασσομάχος
•
- Αυτός που μάχεται στη θάλασσα, ο ναυμάχος. Βικιλεξικό
- Ο Λάμπρος Κατσώνης ηταν σπουδαίος θαλασσομάχος.
- Αυτός που έχει περάσει πολλά χρόνια στη θάλασσα ή έχει κινδυνέψει πολλές φορές από αυτήν. Ο θαλασσοδαρμένος. Βικιλεξικό
- Ο καπετάν Νικόλας, παλιός θαλασσομάχος, περνά τώρα τις μέρες του στην προκυμαία αγναντεύοντας το πέλαγο.
- ναυτικός όρος, (ναυπηγικός όρος) το φερόμενο προς τα κάτω κάθετο στυλίδιο στον πρόβολο των ιστιοφόρων πλοίων Βικιλεξικό
- ο θαλασσομάχος ενισχύει τον πρόβολο με τα σχοινιά που διέρχονται απ' αυτόν καλούμενα επίσημα (κατά θέση) παρυπήνες καθώς και το προστατευτικό δίχτυ του προβόλου (προβολόδιχτο)
- αυτός που έχει κάνει μεγάλα ταξίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαλασσομάχος < θάλασσα + μάχομαι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θαλασσομάχος | θαλασσομάχοι |
| Γενική | θαλασσομάχου | θαλασσομάχων |
| Αιτιατική | θαλασσομάχο | θαλασσομάχους |
| Κλητική | θαλασσομάχε | θαλασσομάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →